Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Ο "Γραβιάς"

Έκλεισε και η μοντέρνα του έκδοση.
Οι λόγοι της διακοπής λειτουργίας αφορούν τους επίγονους, την 3η γενιά που διαχειριζόταν την "Ρούμελη" ή καλύτερα το Γαλακτοζαχαροπλαστείον "του Γραβιά".
Εμάς μας αφορά η απώλεια μιας παράδοσης, του αυτονόητου, μιάς σχεδόν αγαπημένης λέξης...
..........

Σαν πιτσιρικάς δεν υπήρχε περίπτωση να μην διαβώ την πόρτα του άπαξ της ημέρας.
Έτρεχα σαν αστραπή, εκτελώντας εντολές των γονιών μου, να αγοράσω το απαραίτητο γάλα, αλλά και κάποια βασικά συμπληρώματα της τότε καθημερινής διατροφής της οικογένειας, όπως γιαούρτι ή ρυζόγαλο (αφράτο, και πασπαλισμένο με αρωματική σκόνη κανέλα).
Όσο ο κυρ Παναγιώτης να ετοιμάσει την παραγγελία, τα παιδικά μάτια πέφτανε αχόρταγα στις βιτρίνες με τα γλυκίσματα: τους φοβερούς μπακλαβάδες και τα κανταΐφια, τα απαράμιλλα αμυγδαλωτά (εργολάβους, τα λέγαμε)...
Αλλά και στις γιορτές, όταν πηγαίναμε επίσκεψη σε φιλικό σπίτι, έπρεπε να μπούμε για να ψωνίσουμε το απαραίτητο δώρο – ένα μπουκάλι βερμούτ, μια κασετίνα μαργαρίτες, ένα μάτσο αρωματικά φοντάν ή ένα κουτί με 5-6 σοκολατίνες ή πάστες αμυγδάλου.
Μπροστά ο μαρμάρινος πάγκος με τους εποχιακούς κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα ή τα τσουρέκια (στολισμένα με ένα κατακόκκινο αυγό στο κέντρο).
Εντολές του τύπου «πετάξου μέχρι του Γραβιά» ή σύντομοι διάλογοι «Που πας Χρυσούλα; Μέχρι του Γραβιά για ρυζόγαλο, κυρά Στέλλα» ήταν μέρος της ζωής μας, αρωματισμένο με την οικία ξινίλα του μαγαζιού, που αναδυόταν από τα γαλακτοκομικά προϊόντα και που κυρίως ξεχυνόταν από το εργαστήριο (από την πλευρά της Μεταμορφώσεως – δίπλα στου Πίττα) όπου μεγαλουργούσε ο κυρ Παναγιώτης, επικουρούμενος από τα ανίψια του, τον Αριστείδη, τον Μήτσο, και πιο έπειτα τον Ταξιάρχη…
Οι τελευταίες καλές αναμνήσεις έρχονται όταν πια εγώ, οι φίλοι μου, αλλά και ολάκερη σχεδόν η τότε μοσχατιώτικη νεολαία ξενυχτάγαμε τα καλοκαίρια στου Γραβιά.
Ο γερο-Γραβιάς με τα φοβερά ματογυάλια του και την χαρακτηριστική ρουμελιώτικη προφορά του μας καληνύχτιζε πρώτος, για να ακολουθήσουν τα ανίψια κατά τα μεσάνυχτα.
Κλείδωναν, κατέβαζαν τα ρολά, αλλά πάντα αφήναν για μας ελεύθερες τις καρέκλες και τα τραπεζάκια χύμα στο φαρδύ πεζοδρόμιο ώστε να ρητορεύσουμε και να «τσακωθούμε» για τα ποδοσφαιρικά (την πορεία του Α.Ο. Μοσχάτου, τις προοπτικές τις ομάδας στο νέο πρωτάθλημα, τις κόντρες Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού, τις μεταγραφές…).
Κάποτε το μαγαζί πήγε απέναντι και τέλειωσαν όλα.
Ένα κομμάτι της ζωής μας είχε φύγει (από τότε)…


------------------------------
Οι φωτογραφίες είναι από το Αναμνηστικό Λεύκωμα 1920-1960, έκδοσης της Δ.ΕΠ.Ε.Κ.Ε.Π.
Ειδικα για την δεύτερη φωτογραφία θέλω με βεβαιότητα να κάνουμε την εξής διόρθωση:  Οι παρελαύνοντες δεν είναι αθλητές του Πυγμαχικού Συλλόγου. 
Ο σημαιοφόρος είναι ο Δημήτρης Καπίρης και κρατάει την σημαία της Αθλητικής Ένωσης Μοσχάτου...

8 σχόλια:

  1. Λεμονάδα και εργολάβο στον τσίγκινο δίσκο και να χαζεύεις την λεωφόρο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μια Μοσχατιώτισσα12 Φεβρουαρίου 2011 - 9:46 π.μ.

    Πολύ ωραίο κείμενο. Τρυφερό και ρεμβαστικό. Ο Γραβιάς στην πραγματικότητα τέλειωσε όταν εγκατάλειψε το παλιό μαγαζί με την οβάλ πρόσοψη για να πάει απέναντι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θαλεια απο Μοσχατο.12 Φεβρουαρίου 2011 - 2:59 μ.μ.

    Σου εχω γραψει ξανα οτι εχεις ιδιαιτερο λογο .Με εκανες και εκλαψα απο νοσταλγια.Ακριβως τις ιδιες αναμνησεις εχω και εγω.Μου εχουν μεινει ελαχιστες αναμνησεις απο τον πατερα μου,γιατι τον εχασα οταν ημουν κοντα στα πεντε.Η πιο δυνατη, ειναι στου Γραβια,Κυριακη πρωι να με κερναει υποβρυχιο.Να εισαι παντα καλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Σ΄ΑΥΤΉΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΜΕ. ΜΙΑ ΛΕΜΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΗΠΙΑΜΕ ΜΠΑΚΑΡΝΤΙ ΜΕ ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ. ΑΠΛΑ ΡΕ ΜΑΓΚΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΑΓΑΖΙΑ ΣΑΝ ΤΟΥ ΓΡΑΒΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΤΗ ΓΚΑΖΟΖΑ ΣΑΣ ΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ. ΚΑΤΙ ΚΡΥΟΚΩΛΑ CAFE ΠΕΡΙΞ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΘΑ ΑΠΟΜΕΙΝΟΥΝ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @ Ανώνυμος 12 Φεβρουαρίου 2011 2:55 π.μ.
    Και παγωτά, και υποβρύχια τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού... Σου δίνουν μια γλυκιά ζάλη όλα αυτά, όμως την ίδια ώρα πίσω από τις αναμνήσεις υπάρχει ένα σύγχρονο δράμα για κάποιους ανθρώπους και λυπόμαστε τόσο γι' αυτό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @ Μια Μοσχατιώτισσα
    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Ναι, τότε τέλειωσε «του Γραβιά»… όταν δηλαδή εγκαταλείφθηκε το παλιό μαγαζί με την οβάλ πρόσοψη, όπως ωραία το λες… Άλλωστε, στο νέο κατάστημα, λίγο πριν το οριστικό κλείσιμο, και σε μια ύστατη προσπάθεια ανάκαμψης, αποκηρύχτηκε η συνάφεια με την Ρούμελη (κοιτίδα των Γραβιάδων, των Πανουργιάδων, κλπ) και έμενε σε μας πια μόνο να ψιθυρίζουμε: «σε περιμένω στη γωνία του Γραβιά σε 10 λεπτά»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. @ Θαλεια απο Μοσχατο
    Αγαπητή μου Θάλεια εγώ να δεις πόσες φορές έχω δακρύσει για το μοσχατάκι μου / μας. Το καλό είναι ότι τότε είχαμε τόσους λόγους για να το αγαπήσουμε άνευ όρων... Δεν χρειάζεται να βάλω τίποτα ξεχωριστές ικανότητες για να σε φανταστώ με τον μπαμπά σου να απολαμβάνεις το υποβρύχιο σου, γιατί έχω τις ίδιες εικόνες με τον δικό μου πατέρα.
    Α, και πού ‘σαι! Αν κάποια φορά σου έρθει να γράψεις οτιδήποτε για «το χωριό μας», μη διστάσεις να μου στείλεις το γραφτό σου. Θα το δημοσιεύσω με ξεχωριστή ικανοποίηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. @ Ανώνυμος 12 Φεβρουαρίου 2011 3:04 μ.μ.
    Μου θυμίζεις ένα κείμενο του Ξανθούλη, το οποίο είχα παρουσιάσει σε άλλο blog όπου αρθρογραφώ. Έτσι είναι. Αν από άποψη οικονομικής ευχέρειας γυρίσουμε στην εποχή των Κυριακών με ψητό στο φούρνο και στα θερινά απογεύματα με δροσερό ρυζόγαλο, που στο διάολο θα βρούμε φούρνο σαν του Κουμαντέα ή γαλακτοζαχαροπλαστείον σαν του Γραβιά, για να συνταιριάξουμε τα πράγματα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια αναγνωστών γίνονται με δική τους ευθύνη!!!
Παρακαλούμε αποφεύγετε τις οξύτητες και τα εκτός θέματος σχόλια